Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

ΟΙ... ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ ΜΑΣ - Γ. ΣΟΥΡΗΣ

Ο Φασουλής με φούρκα – εις την Φραγκιά την Τούρκα

Καλώς τους τους προστάτας μας, καλώς τους τους σωτήρας
με τα γερά βατσέλα,
που για τον άμυαλο λαό της γης της κακομοίρας
κακή τους πιάνει τρέλλα,
κι' έρχονται με της μπαλαις των για να τους βάλουν γνώσι
και να καθίση φρόνιμα και να μην ξεσπαθώση.

Καλώς τους τους προστάτας μας, καλώς τους στα νερά μας,
μας φέρνουν με τους στόλους των παρηγοριαίς κι' ελπίδες,
κι' εμείς για τούτους νοιόθουμε γουργούραις στ' άντερά μας
και τρομαγμένοι ρίχνομε της κοφτεραίς λεπίδες,
κι' εμπρός εις τα φιλάνθρωπα και σωστικά βατσέλα
βγάζομε τα καπέλα.

Έπρεπε δα κι ο Κάιζερ, που για μουρλούς μας κρίνει,
κι' ο Τσάρος ο φιλόθρησκος, που δεν σηκόνει γέλοια,
με τους τρικρότους κολοσσούς να'λθουν μαζί κι' εκείνοι,
βαστώντας εικονίσματα κι' ολόχρυσα Βαγγέλια.
Έπρεπε με τα χέρια των κι' οι δυό να ξεθυμάνουν
και για τη σωτηρία μας κομμάτια να μας κάνουν.

Αγαπητοί μας Καίσαρες και Μίνωες του κόσμου,
περάστε με τα σκήπτρα σας να σκοτισθή το φως μου.
Σηκόνω το Βαγγέλιο σας, σηκόνω το Σταυρό σας,
και βλέπω δούλους μάρτυρας σφαγμένους από κάτω,
πήρα και το τρισάγιο το δισκοπότηρό σας
και μ' αίμα Χριστιανικό το κύτταξα γεμάτο.

Αγαπητοί μας Καίσαρες, πέφτω σκυφτός μπροστά σας,
και λέγω δόξα και τιμή στα γαύρα Στέμματά σας.
Για τέτοιους Θρόνους κραταιούς, που τους στολίζ' η πούλια,
πρέπει κι' ο κόσμος θέατρον να γίνεται σφαγής,
κι' ας πέφτουν μαύροι κόρακες κι' ας κλαίνε νυχτοπούλια,
μες στ'άφωνα χαλάσματα της σκλαβωμένης γης.

Αγαπητοί μας Καίσαρες και μόνοι μας προστάται,
στους ουρανούς της δόξης σας κατάχρυσοι πετάτε.
Ο κόσμος εσυνείθισε να σας θαρρή σωτήρας,
κι όσο κι' αν κάνη τον Σαιν-Ζούστ και τον αντάρτη Βρούτο,
πάντα φιλεί τα κράσπεδα της θεία σας πορφύρας
και γλύφει κάθε Καίσαρος το ματωμένο κνούτο.

Αγαπητοί μας Καίσαρες, ελάτε σώσετέ μας
και βομβαρδίσετέ μας.
Εκείνα των βατσέλων σας τα φοβερά μυδράλια,
που σείουν τα θεμέλια της σφαίρας της γηίνης,
θα συνετίσουν των Ρωμηών τα'χύρινα κεφάλια,
θα σπείρουν είς το χώμα μας τον σπόρον της ειρήνης.

Αγαπητοί μας Καίσαρες και φίλοι της Ελλάδος,
σας προσκυνεί κι' ο Φασουλής, ο πρώτος ο σκαρτάδος.
Καλώς την πάλι την Φραγκιά... τιμή που μας την κάνει!...
κλίσε με τα βατσέλα σου το κάθε μας λιμάνι,
την πεινασμένη μας κοιλιά να την θερίσ' η πείνα
και να σας πούμε "Καίσαρες, πάρτε και την Αθήνα."

Είδατ' εκεί Ρωμαίικη ξετσιπωσιά και θάρρος!
Για την ειρήνη να λυσσούν ο Κάιζερ κι' ο Τσάρος,
κι' εκείν' οι βρωμο-Έλληνες, εκείν' οι παληανθρώποι,
να θέλουν να τα βάλουνε με μια κοτζάμ Ευρώπη,
και να τολμούν οι παλαβοί σαν αναιδής Θερσίτης
με το σπαθί τους να ζητούν την ενωσι της Κρήτης.

Είδατ' εκεί ξετσιπωσιά
να μην ακούν καθόλου,
οι βλάκες του διαβόλου,
τας προσταγάς του Κάιζερ,
τας προσταγάς των Τσάρων,
κι' Αμψούργων και Μαγυάρων,
μα να σηκώνουν μύτη
και να ζητούν την Κρήτη;

Ορίστε μούτρα!... βρήκανε και τουτ' οι μασκαράδες
να κάνουν τους πολεμιστάς και τους παλληκαράδες.
Ορίστε μούτρα για φωτιαίς και για καπνούς πολέμων,
ορίστε μούτρα που κυττούν εκεί κατά τον αίμον,
και καρτερούν μεσ στην Τουρκιά να πέσουν τροπαιούχοι
με φουστανέλα πρόστυχη, με κάπα και τσαρούχι.

Ορίστε! Πως σας φαίνεται!... δεν είναι πρώτη τρέλλα,
να θέλει σώνει και καλά κι' η ψωροφουστανέλα
σεινάμενη, κουνάμενη μπροστά σας να λυγίζεται
και να παραφουσκώνη,
και την ειρήνη της Φραγκιάς να μη την συλλογίζεται
και να την φασκελόνη;

ένα μυρμήγκι τόσο δα
να το τρομάζ' η Δύσις,
και θεριεμένο να πηδά
και νά'χει απαιτήσεις;
Ένα μυρμήγκι, μιά μπουκιά
να κοροιδεύη την Φραγκιά,
και την ακεραιότητα να κόβη του Καλίφη
κι' εμπρός του να κορδώνεται με νάζι και με πάσο,
αντί τη μακελλάρικη μαχαίρα του να γλείφη
και να του λέη "κόψε με, Σουλτάνε μου, ν' αγιάσω;"

Εμπρός, γκρεμίστε των Ρωμηών τους πύργους και τα κάστρα,
με μπόμπαις Φράγκων ας σπαρή της γης των κάθε στρέμμα,
που θέλουν στην ειρήνη σας να φέρουνε χαλάστρα
και δεν αφίνουν να χυθή το πρόστυχό των αίμα,
κι ο Πατισάχ οπίσω του σφαγμένους να τους σύρη
για να γενή των σεβαστών Καισάρων το χατήρι.

Εμπρός, βαρείτε τους Ρωμηούς, γελάτε στό'νομά των,
ας μείνη τέφρα και σωρός και τούτο το κρατίδιον,
και δεν αξίζει ποταμός Ελληνικών αιμάτων
ουτ'ένα Φράγκου κουνενέ μικρόν αιμοσφαιρίδιον.
Βαρείτε, κοσμοκράτορες, εμάς τους πισπιρίγκους
και κάνετέ μας δυό χαψιές, ωσάν να τρώτε σβίγκους.

Μπαμ μπουμ κι' από τον Κάιζερ, μπαμ μπουμ κι' από τον Τσάρο,
μη χάσ' η Πόλι μάλαμμα κι' η Βενετιά βελόνι,
και βάλτε τον μακαρονά, τον Κούδρο Καννεβάρο
τους μάρτυρες τους Κρητικούς νεκρούς να τους ξαπλώνη,
και στα κορμιά των έπειτα φρενήρης να σκιρτά,
φωνάζοντας "μπραβίσιμο κι' εβίβα λιμπερτά".

Εμπρός αγήματα ναυτών
είς έν' αγώνα ζηλευτόν,
βαρείτε κατακέφαλα κι' απάνω μας γιουρούσι
και σεις οι θρήσκοι Ρούσσοι,
κι' ύστερ' ας τρέξη τον Χριστό καθείς σας να φιλήση,
που τάγια τα μυδράλια σας τον έχουν βομβαρδίσει.

Βαρέιτε το Ρωαίικο γιατί το παρακάνει...
κι' αν γιν' η Κρήτη κτήμα των, ποιός τότε θα τους πιάνη;

Τότε θα δης αέρα
να πάρουν οι διαβόλοι,
κι' έξαφνα μιαν ημέρα
θα θέλουν και την Πόλι.
Και τότε κάθε τόσο
ξεσπάθωνε και βάρει,
και τότε πριτς στον Ρώσσο,
που θέλει ν' αριβάρη
στην ξακουστή την νύφη
πρός χάριν του Καλίφη.

Σκοτώνετε, σκοτώνετε την δόλια λεβεντιά
και σείς οι Πρώσσοι Κάιζερ και σείς οι θρήσκοι τσάροι,
και συ Τουρκάλα πρόβαλε με Φράγκας ρεπαντιά
και γέλα στους προστάτας σου, που σε κυττούν σα γλάροι.

(Φ. 582 - 8.3.1897)